Το ξεχωριστο ροδι της Ερμιονης

by

Ξεχωρίζουν για την πλούσια γεύση τους, τις ευεργετικές τους ιδιότητες, το έντονο κόκκινο χρώμα τους, αλλά και το πολύκαρπο σχήμα τους. Εχουν αποσπάσει παγκοσμίως τις καλύτερες κριτικές, ενώ σπουδαίοι γευσιγνώστες και ειδικοί τροφίμων τα χαρακτηρίζουν ως τα καλύτερα στον κόσμο. Ο λόγος για τα φημισμένα ρόδια Ερμιόνης, μια ξεχωριστή ποικιλία που παράγεται αποκλειστικά και μόνο στην Αργολίδα.

Η ροδιά είναι ένα από τα αρχαιότερα καλλιεργούμενα δέντρα στον κόσμο και την Ελλάδα. Στη χώρα μας η καλλιέργειά της είναι αρχαιότερη από αυτή της αμυγδαλιάς και της βερικοκιάς και σύγχρονη με την καλλιέργεια της ελιάς, του αμπελιού και της συκιάς. Από τα αρχαία χρόνια μάλιστα η ροδιά ήταν γνωστή σαν φαρμακευτικό φυτό, ενώ θεωρούταν και αγαπημένο φρούτο των ολύμπιων θεών.

Στην Ελλάδα καλλιεργείται σε διάφορους νομούς, από την Αργολίδα, την Ηλεία και τη Μεσσηνία, μέχρι την Πέλλα, την Ξάνθη, τη Λάρισα και τις Σέρρες. Η διαφορά ανάμεσα στους νομούς, όπως μας ενημερώνει ο. Σταμάτης Μερτύρης, ο οποίος διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα φυτώρια ροδιάς στην Ερμιόνη, είναι στις ποικιλίες, αφού εκτός από αυτή της Ερμιόνης, στη χώρα μας είναι διαδεδομένη και η Wonderful, που έλκει την καταγωγή της από την Καλιφόρνια. «Στη χώρα μας συνηθίζεται να καλλιεργείται η ποικιλία Wonderful, η οποία “γεννήθηκε” στην Καλιφόρνια. Αργότερα τα δικαιώματά της μεταβιβάστηκαν στο Ισραήλ και από εκεί ήρθε στη χώρα μας και, για την ακρίβεια, στη Βόρεια Ελλάδα. Η διαφορά ανάμεσα στις δυο ποικιλίες είναι μεγάλη, αφού όσο και αν δεν αρέσει σε κάποιους, η ποικιλία Ερμιόνη διαθέτει πιο γλυκό καρπό και χυμό, ενώ το κουκούτσι της είναι πιο αφράτο. Σύμφωνα μάλιστα με τη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, η συγκεκριμένη ποικιλία υπερτερεί ακόμα και στην ποσότητα χυμού ανά κιλό σε σχέση με της Wonderful. Δεν είναι τυχαίο που θεωρείται η καλύτερη ποικιλία του κόσμου, γι’ αυτό και όλοι εμείς εδώ είμαστε υπερήφανοι που την καλλιεργούμε» εξηγεί στην «Espresso» ο κ. Μερτύρης, ο οποίος καθημερινά αφιερώνει όλο τον χρόνο του σε μελέτες και πειράματα που θα του επιφέρουν στο μέλλον ακόμα καλύτερα φυτά και καρπούς.

Η Περσεφόνη και ο Πλούτων

«Στο φυτώριό μας εκτός από την παραδοσιακή ποικιλία Ερμιόνη, έχουμε δημιουργήσει και δύο ακόμη κλώνους της ποικιλίας αυτής. Η παρατηρητικότητα και η εμπειρία μας ανέδειξε δύο νέους καρπούς με πολύ καλά ποιοτικά χαρακτηριστικά και δοκιμασμένη παραγωγικότητα για τις ελληνικές συνθήκες», σημειώνει ο κ. Μερτύρης. «Στις δύο νέες ποικιλίες μας δώσαμε τα ονόματα Περσεφόνη και Πλούτων. Ετσι συνδέσαμε την αρχαία ελληνική παράδοση με τη σύγχρονη καλλιέργεια της ροδιάς στην Ελλάδα. Και οι τρεις ποικιλίες μας ανήκουν στην ομάδα των “γλυκών ποικιλιών” και παράγουν ρόδια άριστης ποιότητας για επιτραπέζια χρήση, παραγωγή χυμών και πολλές άλλες χρήσεις. Τώρα ετοιμάζουμε και μια άλλη ποικιλία που θα είναι υπερπρώιμη και περιμένουμε τους πρώτους καρπούς του χρόνου τον Αύγουστο».

Από το Σαν Φρανσίσκο στην Ερμιόνη

Οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες που διαθέτουν οι καρποί της ροδιάς τούς καθιστούν βασικούς παράγοντες της βιομηχανίας φαρμάκων και της βιομηχανίας παραγωγής καλλυντικών, κυρίως, για την παραγωγή προϊόντων που αφορούν τη φροντίδα του δέρματος των ανθρώπων, αλλά και προϊόντων προστασίας του δέρματος από τον καρκίνο. «Οι μελέτες και οι έρευνες έδειξαν πως τα ρόδια έχουν ευεργετικές ιδιότητες για τον οργανισμό και το σώμα, γι’ αυτό και η ζήτηση των καρπών έχει αυξηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο» αναφέρει ο κ. Μερτύρης, ο οποίος για παραπάνω από δεκαπέντε χρόνια ασχολείται με την καλλιέργεια του πολύτιμου καρπού.

«Επέστρεψα στην Ελλάδα μετά από 36 χρόνια που ζούσα στο Σαν Φρανσίσκο και στη Χαβάη. Ασχολιόμουν με τις οικοδομικές εργασίες του υπουργείου Αμυνας της Αμερικής, ενώ παράλληλα παρακολουθούσα σεμινάρια γεωπονικής στο University of California Davis, όπου και έμαθα πολλά μυστικά για την καλλιέργεια, που εφαρμόζω μέχρι σήμερα και στο δικό μου φυτώριο. Τα ρόδια τα αγαπάω από την ημέρα που γεννήθηκα στην Ερμιόνη, αφού ο προπάππους μου διέθετε κτήματα με ροδιές που υπάρχουν μέχρι και σήμερα, όπου κάποια φυτά από αυτά ξεπερνούν σε ηλικία τα 150 χρόνια», καταλήγει ο Σταμάτης Μερτύρης.